Παπαηλιού: Δεν είναι λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία.
Σειρά τοποθετήσεων του Βουλευτή Αρκαδίας επί της αναθεώρησης άρθρων του Συντάγματος
Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα 29, 60, 73-77, 78-79 81-82) τα εξής:
Α) (Άρθρο 29) : Τα πολιτικά κόμματα είναι τα κύτταρα της δημοκρατίας. Μέσω αυτών διεξάγεται ο διάλογος και εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση ιδεών, απόψεων, θέσεων. Η δυσφήμηση των πολιτικών κομμάτων και η προσπάθεια αποβολής-εξοβελισμού τους από πεδία όπου η πολιτική αντιπαράθεση αναπτύσσεται, είναι αντιδημοκρατική και υποκρύπτει τις μύχιες επιθυμίες και τους ανομολόγητους σκοπούς αυτών που τις διατυπώνουν.
Χωρίς κόμματα, που συμπυκνώνουν ιδέες και συμφέροντα, δεν υπάρχει δημοκρατία.
Εν προκειμένω, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης (του άρθρου 29) εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι όπως το επέλεξε η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το προπαγανδιστικό οπλοστάσιό της ενόψει των επερχόμενων εκλογών.
Στην κυβερνητική πρόταση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής από την ελεύθερη δράση των κομμάτων. Με την κυβερνητική πρόταση επιχειρείται η μετατόπιση από την αρχή της ελευθερίας ίδρυσης και δράσης των πολιτικών κομμάτων προς ένα καθεστώς αυξημένης κρατικής εποπτείας. Στην προτεινόμενη νέα διατύπωση δημιουργείται ένα ευρύτερο και περισσότερο αόριστο πεδίο κρατικής παρέμβασης.
Προτείνεται η δυνατότητα καθορισμού προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας τους με νόμο και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές.
Θα μπορεί μια κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλει τους κανόνες εσωκομματικής οργάνωσης αλλά και τους τρόπους δράσης που θα ευνοούν συγκεκριμένα κόμματα και θα δυσχεραίνουν την πολιτική δράση μικρότερων άλλων σχηματισμών; που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες λειτουργίας τους.
Η πρόταση παραπέμπει στη γερμανικού τύπου «μαχόμενη δημοκρατία», χωρίς όμως να συνοδεύεται από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες του γερμανικού συνταγματισμού.
Υπάρχει ο κίνδυνος, ο αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογές να μετατραπεί από εξαιρετικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης «ενοχλητικών» πολιτικών δυνάμεων και εν τέλει αλλαγής του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων κατά το δοκούν.
Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι η ποινική καταστολή εγκληματικών οργανώσεων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται συνταγματική καθιέρωση-διεύρυνση των εξουσιών αποκλεισμού κομμάτων.
Η μεταφορά κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενέχει τον κίνδυνο δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.
Οι δικαστές θα καλούνται να αποφασίζουν ποιοί πολιτικοί σχηματισμοί θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, αναλαμβάνοντας αποστολή-ευθύνη που κανονικά ανήκει στο εκλογικό σώμα.
Η μ΄ αυτό τον τρόπο προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι θεμιτή μόνον υπό αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η δημοκρατία να περιορίσει τον ίδιο τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της.
Για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος από μορφώματα που στρέφονται εναντίον του, χρειάζονται αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας χωρίς όμως να μετατρέπεται η δικαστική εξουσία σε κεντρικό ρυθμιστή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ανάθεσης αυξημένων αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Υπογραμμίζεται, ότι η πατρίδα μας δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία αφηρημένη θεσμική πρόκληση, αλλά με μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς: Οι πολίτες αμφισβητούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να λογοδοτεί πραγματικά.
Όλα αυτά αποτυπώνονται στο βίο και την πολιτεία της ΝΔ, στην εκ μέρους της καταπάτηση, τόσο του συνταγματικού κειμένου, όσο και του Κανονισμού της Βουλής.
Το ερώτημα είναι, αν οι προτεινόμενες αλλαγές ενισχύουν πραγματικά τη δημοκρατία ή αν παραμένουν περιορισμένες σε έναν θεσμικό εξωραϊσμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Όσον αφορά τις προτεινόμενες διατάξεις για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή: Πρόκειται για υποκρισία, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της ΝΔ τον έχει απαξιώσει.
Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα σύστημα εξαιρετικά συγκεντρωτικό. Η εκτελεστική εξουσία κυριαρχεί επί της νομοθετικής. Η κυβέρνηση συχνά καθορίζει μονομερώς την πολιτική «ατζέντα» και η Βουλή περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.
Πόσες φορές δεν έχουμε δει κρίσιμες αποφάσεις, να ανακοινώνονται πρώτα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μετά στη Βουλή;
Πόσες φορές δεν έχουμε δει υπουργούς να αγνοούν ερωτήσεις βουλευτών ή να απαντούν αλλ΄ αντ΄ άλλων ;
Πόσες φορές δεν έχουμε δει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας;
Αυτή η πραγματικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη συνταγματικών διατάξεων, οφείλεται στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης της ΝΔ, οφείλεται στη σταδιακή μετατόπιση εξουσιών από τη Βουλή προς το κυβερνητικό κέντρο.
B) (Άρθρο 60) Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του βουλευτή, πρέπει να καθιερωθούν ουσιαστικές εγγυήσεις και να χορηγηθούν ενισχυμένα δικαιώματα στην αντιπολίτευση.
Πρέπει να καθιερωθεί η λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών, χωρίς την έγκριση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Πολύ περισσότερο, που οι εξεταστικές επιτροπές συνιστούν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όταν η κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στοιχεία στη Βουλή, και να καθιερωθούν πραγματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.
Και αυτό, διότι η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διατύπωση γενικών αρχών. Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, που απουσιάζουν από την προτεινόμενη αναθεώρηση.
Γ) (Άρθρα 73-77): Εκτός από τη νομοθέτηση καθ΄ εαυτή, πάσχει και ο τρόπος νομοθέτησης, όπου συχνά ψηφίζονται εκατοντάδες σελίδες νομοθεσίας εντός ολίγων ωρών, και τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο ενός νομοσχεδίου κατατίθενται την τελευταία στιγμή.
Έτσι ακόμη και οι εφαρμοστές του δικαίου δυσκολεύονται να γνωρίζουν ποιο είναι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.
Δεν πρόκειται για διοικητικό πρόβλημα, αλλά για πρόβλημα δημοκρατίας, αφού έτσι χάνεται η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.
Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση και δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.
Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση παραμένει μόνον τύπος, «ένα πουκάμισο αδειανό».
Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.
Γι' αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.
Αν συνοδευθεί από πραγματική διαφάνεια, θα είναι ένα βήμα προόδου.
Αν παραμείνει μια ακόμη διακήρυξη χωρίς συνέπειες για όσους την παραβιάζουν, δεν θα υπάρξει αλλαγή.
Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση.
Όταν δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.
Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν πρέπει να είναι μόνον τύπος , «ένα πουκάμισο αδειανό».
Υπάρχει όμως και εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα.
Γιατί δεν εφαρμόζονται οι κανόνες που ήδη υπάρχουν, αφού η χώρα διαθέτει εδώ και χρόνια νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση.
Και όμως, οι εξαιρέσεις έχουν γίνει κανόνας.
Οι επείγουσες διαδικασίες έχουν γίνει ρουτίνα.
Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν γίνει καθεστώς.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η έλλειψη κανόνων.
Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.
Γι' αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.
Η κυβερνητική πρόταση εισάγει τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους.
Έτσι, ένας νόμος, πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ, θα μπορεί να παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ώστε να κριθεί, αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο ασφάλειας δικαίου.
Και πράγματι, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της.
Ουδείς επιθυμεί να εφαρμόζονται νόμοι, οι οποίοι αργότερα κρίνονται αντισυνταγματικοί, ουδείς επιθυμεί ανασφάλεια δικαίου.
Όμως πρέπει να εξεταστούν και οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής για τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Η ελληνική συνταγματική παράδοση βασίζεται στον διάχυτο δικαστικό έλεγχο, με κάθε δικαστή να μπορεί να εξετάσει αν ένας νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.
Πρόκειται για μια παράδοση που διαχέει τη συνταγματική προστασία σε ολόκληρο το δικαστικό σύστημα.
Η εισαγωγή ενός ισχυρού προληπτικού ελέγχου μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τα ανώτατα δικαστήρια.
Εν προκειμένω, το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις;
Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι δικαστές;
Την απάντηση δίδουν, οι νομικοί, οι δικαστές, οι κοινωνικοί φορείς, οι πολίτες.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.
Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει και μία ισορροπία, προϋποθέτει να μη μεταφέρονται όλες οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εκτός του πεδίου της λαϊκής αντιπροσώπευσης.
Και αυτό, διότι υπάρχει κίνδυνος, ο δημόσιος διάλογος να αντικατασταθεί με δικαστικές ερμηνείες και οι πολιτικές διαφωνίες να μετασχηματιστούν σε δικαστικές υποθέσεις.
Και σ΄ αυτό το πλαίσιο, να ενισχυθεί μία μορφή τεχνοκρατικού συνταγματισμού εις βάρος της δημοκρατικής συμμετοχής.
Δεν αποτελούν λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία.
Απαιτείται να βρεθεί η σωστή ισορροπία.
Η κυβερνητική πρόταση δεν απαντά πειστικά σε αυτό το ερώτημα, αφού η δημοκρατία δεν ενισχύεται μόνον με καλύτερες διαδικασίες.
Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, όταν η νομοθέτηση είναι διαφανής, όταν η Βουλή ελέγχει ουσιαστικά την κυβέρνηση, .όταν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και αξιόπιστη, όταν ουδείς βρίσκεται υπεράνω ελέγχου και η πολιτική εξουσία λογοδοτεί.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της συνταγματικής αναθεώρησης.
Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε προτεινόμενη αλλαγή.
Δ) (Άρθρο 78): Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 78 φαίνεται εκ πρώτης όψεως τεχνική. Στην πραγματικότητα όμως αφορά τον πυρήνα του κοινωνικού ζητήματος, που περιλαμβάνει και την κοινωνική σύγκρουση περί την φορολογία.
Με την πρόταση προβλέπεται, αφενός η πλήρης απαγόρευση κάθε αναδρομικής φορολογικής επιβάρυνσης και αφετέρου η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές επενδύσεις.
Ο χαρακτηρισμός μιάς επένδυσης ως στρατηγικής είναι πολιτικός, αφού εξαρτάται από το παραγωγικό υπόδειγμα και την ασκούμενη οικονομική πολιτική.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ομιλεί για ασφάλεια δικαίου και επενδυτική και φορολογική σταθερότητα. Πάντως απ΄ αυτήν απουσιάζει η φορολογική δικαιοσύνη. Παρότι υπάρχει το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει , ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».
Όμως η πραγματική πολιτική συζήτηση είναι διαφορετική:
Ποιος προστατεύεται από αυτή τη συνταγματική εγγύηση; Ο εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο αγρότης, ο συνταξιούχος; Όχι βέβαια.
Προστατεύονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι μεγάλοι οικονομικοί φορείς που αποκτούν πρόσθετη θεσμική ασφάλεια έναντι του ενδεχόμενου μελλοντικών δημοκρατικών επιλογών από τους πολίτες.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο έναντι των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, η φορολογία δεν είναι απλώς μηχανισμός είσπραξης δημοσίων εσόδων. Είναι εργαλείο αναδιανομής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.
Ελευθερία χωρίς κοινωνική ισότητα οδηγεί σε κυριαρχία των οικονομικά ισχυρών επί των υπολοίπων. Επομένως, κάθε φορολογική μεταβολή πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Και αυτό, διότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει μόνον την οικονομική ελευθερία αλλά και την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας και των επενδύσεων και επιπλέον την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει για τη μείωση των ανισοτήτων.
Η συνταγματική κατοχύρωση ειδικών φορολογικών εγγυήσεων υπέρ επενδυτικών σχημάτων οδηγεί σε μία νέα μορφή «ασύμμετρης συνταγματικής προστασίας», βάσει της οποίας τα δικαιώματα του κεφαλαίου ενισχύονται περισσότερο από τα κοινωνικά δικαιώματα. Παρότι το Σύνταγμα πρέπει να λειτουργεί ως πλαίσιο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Η συνταγματοποίηση συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών επιλογών ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα μελλοντικών δημοκρατικών πλειοψηφιών να εφαρμόσουν διαφορετικές πολιτικές.
Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά πολιτική.
Απαιτείται ένα Σύνταγμα που θα διευκολύνει την αναδιανομή, όταν η κοινωνία το απαιτεί ή ένα Σύνταγμα που θα καθιστά δυσκολότερη κάθε μεταβολή της εν γένει οικονομικής και ειδικότερα της φορολογικής πολιτικής;
Η δημοκρατία δεν πρέπει επ΄ ουδενί να ακινητοποιείται, με τρόπο που να θωρακίζονται συνταγματικά οι ισχυροί, παρακαμπτόμενης της φορολογικής δικαιοσύνης.
(Άρθρο 79): Με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 79 εισάγεται η συνταγματική υποχρέωση, ο προϋπολογισμός να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία.
Αυτή η πρόβλεψη παραπέμπει ευθέως στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη μετά την κρίση χρέους.
Όμως εν προκειμένω δεν πρέπει να επιβάλλονται με απόλυτο τρόπο οι λογιστικοί κανόνες.
Το ερώτημα που τίθεται είναι από ποιόν αποφασίζεται η οικονομική πολιτική.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται από υπερβολικές συνταγματικές δεσμεύσεις που αφαιρούν κρίσιμες επιλογές από τη λαϊκή κυριαρχία.
Αν το Σύνταγμα επιβάλλει εκ των προτέρων συγκεκριμένο οικονομικό προσανατολισμό, τότε μειώνεται το περιθώριο επιλογής των πολιτών μέσω των εκλογών. Πρόκειται για περιορισμό της δημοκρατίας.
Η οικονομική πολιτική παύει να είναι αντικείμενο δημοκρατικής διαμάχης και μετατρέπεται σε συνταγματική επιταγή.
Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ευρώπη των τελευταίων πολλών χρόνων .
Η λιτότητα έχει παρουσιαστεί ως τεχνική αναγκαιότητα. (Δεν υπάρχει εναλλακτική-there is no alternative (tina)).
Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Όταν το Σύνταγμα κατοχυρώνει κανόνες ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, το κοινωνικό κράτος παύει να αποτελεί προτεραιότητα και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των αγορών και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, προκαλείται κίνδυνος μετατόπισης ή μάλλον μετατοπίζεται από τη δημοκρατική εξουσία των πολιτικών οργάνων προς τεχνοκρατικούς και οικονομικούς μηχανισμούς.
Αυτό συμβαίνει και με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης , που έχουν μετατραπεί σε «αφεντικά» της διεθνούς οικονομίας
Η μνημονιακή εμπειρία, και η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών κανόνων ενισχύει ακριβώς αυτή τη λογική.
Ο προϋπολογισμός όμως δεν είναι απλή λογιστική πράξη.
Είναι η υπέρτερη πολιτική πράξη ενός κράτους.
Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο, όμως δεν μπορεί να αναγορεύεται σε υπέρτατη συνταγματική αρχή εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Το Σύνταγμα δεν είναι ο καταστατικός χάρτης της αγοράς, αλλά ο καταστατικός χάρτης της δημοκρατικής πολιτείας.
Με την κυβερνητική πρόταση συνταγματοποιείται ένα συγκεκριμένο οικονομικό δόγμα. Υπηρετείται η συνταγματική θωράκιση των ισχυρών και όχι η φορολογική-η κοινωνική δικαιοσύνη.
Οι προϋπολογισμοί πρέπει να είναι βιώσιμοι, όμως ταυτόχρονα πρέπει να είναι και κοινωνικά δίκαιοι.
Και η τελική κρίση γι’ αυτό πρέπει να ανήκει στη δημοκρατία και όχι σε έναν συνταγματικό «δημοσιονομικό κόφτη».
Ε) (΄Αρθρο 81) : Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον τρόπο που αποφασίστηκε να προωθηθεί, παραμένει αδιάφορη για το λαό-την κοινωνία. Ουδείς ενδιαφέρεται, ουδείς ασχολείται, πλην ημών, και αυτό με αποκλειστικά ευθύνη της κυβερνώσας πλειοψηφίας της ΝΔ.
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αφορά τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, του ποιός ασκεί και ποιός ελέγχει την εξουσία.
Θα έπρεπε να αφορά, το αν το κράτος θα λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας ή αν η κοινωνία θα καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην της.
Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο.
Είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, ιστορικών συγκρούσεων, δημοκρατικών κατακτήσεων, ακόμη και οπισθοδρόμησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κυβερνητική πρόταση .
Γι’ αυτό και κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα:
Διευρύνει ή περιορίζει τη δημοκρατία;
Ενισχύει τη λαϊκή κυριαρχία ή ενισχύει την (υπερ) συγκέντρωση της εξουσίας (στο πρόσωπο του πρωθυπουργού);
Υπ΄ αυτό πρίσμα, με αυτό το κριτήριο πρέπει να εξεταστούν και τα άρθρα 81 και 82.
Το άρθρο 81 αφορά τη σύνθεση της κυβέρνησης, ρυθμίζοντας τη θέση των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών.
Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μία οργανωτική διάταξη.
Όμως δεν υπάρχουν ουδέτερες οργανωτικές διατάξεις.
Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η κυβέρνηση αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοκρατία.
Το μεταπολιτευτικό Σύνταγμα και η σχετική συνταγματική παράδοση στηρίχθηκε στην ιδέα της συλλογικής κυβερνητικής ευθύνης.
Οι υπουργοί δεν ήταν-δεν είναι διευθυντές τμημάτων μιάς εταιρείας.
Ήταν-είναι πολιτικά πρόσωπα υπεύθυνα έναντι της Βουλής και του λαού.
Η κυβέρνηση δεν ήταν-δεν είναι ένας μηχανισμός εκτέλεσης εντολών.
Ήταν-είναι συλλογικό πολιτικό όργανο.
Όμως τις τελευταίες δεκαετίες επήλθε σταδιακά μία βαθιά μεταβολή.
Η εξουσία μετακινήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο προς το πρωθυπουργικό γραφείο, από τους υπουργούς προς τους συμβούλους, από τα συλλογικά όργανα προς κλειστούς μηχανισμούς.
Η κορύφωση αυτής της εξέλιξης ήταν-είναι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», που εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός και ως αποτελεσματικότητα, ως θεραπεία των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης.
Όμως το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν-είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσιών.
Η δημοκρατία δεν μετράται μόνον με την αποτελεσματικότητα.
Η δημοκρατία δεν υπάρχει για να είναι απλώς αποτελεσματική, υπάρχει, όταν είναι ελεγχόμενη
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το άρθρο 81 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τεχνική οργανωτική λεπτομέρεια.
Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν υπάρχει κυβέρνηση ή πρωθυπουργικό γραφείο, αν υπάρχουν υπουργοί με πολιτική ευθύνη ή διαχειριστές αποφάσεων, αν υπάρχει συλλογικότητα ή μονοπρόσωπη εξουσία.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η κυβερνητική πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, με τη μορφή των «περιστρεφόμενων θυρών»-των «μουσικών καρεκλών», η οποία είναι φαιδρή. Εκτός του ότι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, ισχυροποιεί σε υπέρτατο βαθμό τη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος μ΄ αυτό τον τρόπο μπορεί να διαμορφώνει, κατά το δοκούν, τη σύνθεση της Βουλής, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τη σύνθεση-την ισορροπία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ακυρώνοντας τη λαϊκή εντολή.
(Άρθρο 82): Στο άρθρο 82 αναφέρεται ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας.
Η διατύπωση είναι σαφής, δεν λέει ο πρωθυπουργός, ο οποίος εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, αλλά η κυβέρνηση.
Ο συνταγματικός νομοθέτης ήταν-είναι απολύτως σαφής: Ήθελε κοινοβουλευτική κυβέρνηση, όχι πρωθυπουργικό καθεστώς, όχι ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας.
Όμως, άλλη κατεύθυνση ακολούθησε-ακολουθεί η ελληνική πολιτική ζωή.
Η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης έχει υποχωρήσει σημαντικά και στην πράξη η γενική πολιτική της χώρας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από το πρωθυπουργικό κέντρο (το Μέγαρο Μαξίμου).
Αυτή η μετατόπιση συνοδεύεται από την κρίση των θεσμικών αντίβαρων, την αποδυνάμωση της Βουλής και τη δυσπιστία των πολιτών έναντι των θεσμών.
Εμφανίζονται χαρακτηριστικά ακραίας πρωθυπουργοποίησης, αφού ο πρωθυπουργός επιλέγει, συντονίζει, κατευθύνει, έχοντας συγκεντρώσει όλες της κρίσιμες αρμοδιότητες.
Αυτό δεν είναι συμβατό με το πνεύμα του άρθρου 82, με το Σύνταγμα εν γένει, το οποίο κατοχυρώνει τη λειτουργία συλλογικών θεσμών και όχι την κυριαρχία ενός προσώπου.
Συνεπώς υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών εγγυήσεων και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου, διότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν θεραπεύεται με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας αλλά με ισχυρότερα αντίβαρα και μεγαλύτερη διαφάνεια .
Οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ενίσχυση, όχι υποβάθμιση, η λογοδοσία χρειάζεται διεύρυνση, όχι περιορισμό.
Βάσει αυτών, χρειάζονται ισχυρή Βουλή, ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενισχυμένος ρόλος των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, θεσμοί κοινωνικού διαλόγου με πραγματικές αρμοδιότητες, αποκέντρωση εξουσιών, συμμετοχή των πολιτών και διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.
.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία.
Το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη δημοκρατικά ελεγχόμενη εξουσία.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανέλθει η δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής ζωής, με αξιόπιστους θεσμούς, με τους πολίτες συμμέτοχους και με τη λογοδοσία ενεργή.
(Δ.Τ.)