Τα πάθη της νεαρής περιφερειακής διακυβέρνησης
Άρθρο του κ. Φίλιππου Παπαδημητρίου, φοιτητή νομικής, ελαιοπαραγωγού και προέδρου της ΑΜΚΕ "Το Χαμόγελο του Χωριού".
Η ερημοποίηση και πτωχοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, και δη της Πελοποννήσου, δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, μία αναπόδραστη συνέπεια των φυσικών νόμων, αλλά αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών του ελληνικού κράτους, του ελληνικού λαού και κυρίως του ίδιου του τοπικού πληθυσμού της υπαίθρου.
Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε και μόνο από το γεγονός ότι χώρες με παρόμοιο κλίμα, πολιτικό σύστημα, πολιτισμική ιδιομορφία κι ιστορική πορεία, όπως η Τουρκία κι η Ιταλία, επέλεξαν μία άλλη οδό με πολλές μεγάλες και μεσαίες πόλεις διασκορπισμένες περίπου ίσα στο έδαφος τους, αντί να συγκεντρώσουν τα πάντα στην πρωτεύουσα τους -που δεν αποτελεί καν την μεγαλύτερη τους πόλη. Η αιτία του κακού αναζητείται στην Νοοτροπία του Ραγιά, ριζωμένη βαθιά μέσα στις συνειδήσεις και τις καρδιές των κατοίκων της ελληνικής περιφέρειας, που τους εμποδίζει να εκφράσουν και να διεκδικήσουν τις δικές τους ανάγκες -που σχεδόν πάντα αντιτίθενται στους σχεδιασμούς του αθηνοκεντρικού κατεστημένου.
Για σχεδόν δύο αιώνες δεν μπορούμε καν να πούμε ότι υπήρχε στην Ελλάδα πραγματική
τοπική αυτοδιοίκηση. Οι δήμοι κι αργότερα οι κοινότητες ήταν ασθενικές οντότητες με
ελάχιστο προσωπικό κι ισχνή χρηματοδότηση, ενώ οι νομαρχίες καθοδηγούνταν πλήρως από
το κράτος, στερούμενες αιρετού χαρακτήρα και πραγματικής διάθεσης να παράξουν πολιτική.
Διότι παραγωγή πολιτικής δεν είναι τα στοιχειώδη -η συντήρηση των δρόμων, των σχολείων
και των αρδευτικών κι υδρευτικών συστημάτων- αλλά ο οραματισμός του μέλλοντος μίας
περιοχής, η εκπόνηση σχεδίου, η παρακολούθηση αυτού του σχεδίου απ’ όλους τους
εμπλεκόμενους -ασχέτως κομματικών, ιδεολογικών ή ταξικών παρωπίδων – κι εν τέλει η
συνεχής μεταμόρφωση της προς το καλύτερο. Όχι μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση εδώ δεν ήταν
ικανή γι’αυτό, αλλά αντιθέτως έγινε όργανο των ψηφοθηρικών διαθέσεων του εκάστοτε
πολιτευτή και κυβέρνησης. Οι δήμαρχοι κι οι νομάρχες, σε στενή συνεργασία με τους
τοπικούς βουλευτές, μοίραζαν και μοιράζουν ρουσφέτια, με μεγάλη ευκολία σε κάθε επίπεδο,
με αντάλλαγμα ψήφους, είτε υπερ αυτών είτε υπερ του κόμματος τους. Έτσι η τοπική
αυτοδιοίκηση δεν δημιούργησε τίποτε το αξιόλογο κι ότι έγινε έγινε κυρίως με πρωτοβουλία
του κεντρικού κράτους, του οποίου οι σκοπιμότητες και τα συμφέροντα ήταν ανέκαθεν
αποσπασματικές, αυθαίρετες και ψηφοθηρικού χαρακτήρα. Αν μία περιοχή είχε την τύχη να
διαθέτει ισχυρούς πολιτικούς ή οικονομικούς παράγοντες με επιρροή στο εκάστοτε κυβερνών
κόμμα τότε έβλεπε να γίνονται πράγματα, αν δεν την είχε τότε ο πληθυσμός της αναζητούσε
δουλειά στην Αθήνα, μέσω του προαναφερθέντος συστήματος αυτοδιοικητικής συνδιαλλαγής.
Το 2010, έπειτα από σημαντικές πιέσεις της ΕΕ, που προωθεί την περιφερειοποίηση, με το Σχέδιο Καλλικράτη και την δημιουργία αιρετών αυτοδιοικητικών περιφερειών για πρώτη φορά στην ιστορία μας, υποτίθεται ότι όλα θα άλλαζαν. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης λειτουργούν πραγματικές περιφέρειες με σημαντικά κονδύλια, προσωπικό κι εμπλοκή στους περισσότερους τομείς της καθημερινότητες των κατοίκων τους κι έτσι δημιουργήθηκε εδώ η προσδοκία ότι θα συνέβαινε το ίδιο. Οι νέες περιφέρειες προικίστηκαν με πολύ μεγάλους προϋπολογισμούς κι ευρείες αρμοδιότητες -ξεπερνώντας κατά πολύ αυτές των πρώην νομαρχιών- αλλά δεν προικίστηκαν ούτε με την καλή θέληση της κεντρικής εξουσίας ούτε του τοπικού πολιτικού προσωπικού, που δεν κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να εγκαταλειφθεί ο ραγιαδισμός κι η υποτέλεια στις ορέξεις του αθηνοκεντρισμού.
Η λειτουργία της Περιφέρειας Πελοποννήσου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δυστυχώς έχει υπάρξει τουλάχιστον απογοητευτική, για να μην χρησιμοποιήσω εκφράσεις μεγαλύτερης βαρύτητας. Οι περιφερειάρχες που εκλέχθηκαν επέδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση των απαιτήσεων της εκάστοτε κυβέρνησης, τα διάφορα παρασιτικά μικροσυμφέροντα που κρατούν τον τόπο μας στάσιμο και στο παρελθόν, τις «πολιτικές ισορροπίες», και την επικοινωνιακή τους προβολή, παρά για την πρόοδο της Πελοποννήσου, την ανάδειξη της σε μία ισχυρή κι ευημερούσα περιφέρεια προς όφελος του λαού της. Τα ελάχιστα καλά που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει με αποκλειστική παρέμβαση του κεντρικού κράτους, και κατ’ ακριβολογία συγκεκριμένων επιχειρηματιών καταγόμενων από εδώ με επιρροή στην κυβέρνηση, κατά κύριο λόγο στην Μεσσηνία και στην Αρκαδία, με τους υπόλοιπους τρεις νομούς να έχουν μείνει στο περιθώριο, με μειούμενο πληθυσμό, στάσιμο εισόδημα κι αδυναμία παραγωγικού μετασχηματισμού. Για να μην κρυβόμαστε, το αποτέλεσμα είναι δεκαπέντε χρόνια αποτυχίας, και δεν αρκεί η δικαιολογία της κρίσης για να την κρύψει αφού την ίδια περίοδο η Κρήτη έκανε θαύματα, προσέλκυσε επενδύσεις κι έργα που εμείς εδώ δεν βλέπουμε ούτε στα όνειρα μας.
Όταν η Περιφέρεια Πελοποννήσου δεν διεκδικεί τα αυτονόητα από το κεντρικό κράτος, δηλαδή πόρους και προσωπικό, και φοβάται να συγκρουστεί για τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την ύπαιθρο, τότε μένει παγιδευμένη σ’έναν παρασιτικό συντηρητισμό κι απομονωτισμό, στο «έτσι το κάναμε πάντα», μακριά από την καινοτομία, τις διεθνείς εξελίξεις, το εμπόριο και τις επενδύσεις. Σ’έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο που ολοένα αλλάζει δεν μπορεί να σταθεί όρθια η «πτωχιά πλην έντιμη» Πελοπόννησος που εξαρτάται από τις ελιές και τα πορτοκάλια, την ελάχιστη τουριστική κίνηση του καλοκαιριού, χωρίς βιομηχανία, λιμάνια, σιδηρόδρομο, ή καινοτομία. Οι εξελίξεις έχουν προσπεράσει τους διοικούντες προ καιρού, και γι’αυτό ο νέος κόσμος φεύγει από εδώ για να αναζητήσει καλύτερη τύχη στην Αθήνα -όπου όλα συγκεντρώνονται όχι λόγω των δικών της πλεονεκτημάτων, αλλά εξαιτίας των αδυναμιών της υπόλοιπης χώρας- ή στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει καμία τιμή στην πτώχεια, δεν υπάρχει καμία δόξα στην στασιμότητα, δεν υπάρχει καμία αρχοντιά στην δειλία.
Είναι κατά συνέπεια πιο αναγκαίο από ποτέ να αποκτήσουμε, στην Πελοπόννησο και στην Ελλάδα, μία πραγματική περιφερειακή διακυβέρνηση η οποία θα διαθέτει πρώτα απ’όλα όραμα για τον τόπο μας, θα θέτει σε προτεραιότητα όχι έργα ευτελή και διακοσμητικά, όπως είναι οι παιδικές χαρές σ’εγκατελελειμένα ορεινά χωριά, αλλά έργα ουσίας που θα βελτιώσουν ριζικά την ζωή του λαού, θα προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις και θα καταστήσουν την Πελοπόννησο ανεξάρτητη και περήφανη. Η Πελοπόννησος χρειάζεται νέες οικογένειες, τέχνη, αισθητική, σιδηρόδρομο, βιομηχανία, εμπορικό λιμάνι, ποιοτικό τουρισμό όλο τον χρόνο, νέο κόσμο, σοβαρά πανεπιστήμια, καινοτομία, προσιτή στέγη, λεωφορειακή συγκοινωνία, αρδευτικά έργα και ουσιαστική προστασία των βιοτόπων και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της. Για να γίνουν όλα αυτά απαιτούνται πόροι, προσωπικό κι αυτοδιοικητικοί περήφανοι που θα αγωνιστούν για τα συμφέροντα αυτών που τους ψήφισαν - όχι του αθηνοκεντρισμού. Ειδάλλως ο δρόμος προς την ερημοποίηση και την πτωχοποίηση θα συνεχιστεί, έναν δρόμο που παράγουμε εμείς κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή όσο έχουμε την νοοτροπία του Ραγιά, αντί αυτή του Άρχοντα.
Εξάλλου στην ζωή δεν υπάρχουν δεδομένα, μόνο ερμηνείες. Ας είναι η ερμηνεία μας για την αυτοδιοίκηση μία ερμηνεία λεβεντιάς, ισχύος και προόδου, όχι υποτέλειας, ασθένειας και παρακμής.