Παπαηλιού: "Η νομοθέτηση της Κυβέρνησης της ΝΔ πλήττει βάναυσα την ασφάλεια του δικαίου"
Τα κύρια σημεία της ομιλίας του Γιώργου Παπαηλιού, Βουλευτή Αρκαδίας, ως εισηγητή επί Ν/Σ του Υπουργείου Εσωτερικών στην Ολομέλεια της Βουλής, στις 22.01.2026.
1) Το νομοσχέδιο «Ρυθμίσεις για το ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου τομέα, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς και λοιπές διατάξεις» αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τη νομοθέτηση – πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση «κακής νομοθέτησης», το ρόλο της Δημόσιας Διοίκησης, τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη θέση της κοινωνίας των πολιτών και, τελικά, τη σχέση κράτους-πολίτη.
Συνιστά ένα πολυνομοσχέδιο, χωρίς θεματική συνοχή, ένα πολυθεματικό νομοσχέδιο, που εισάγει πλήθος ετερόκλητων ρυθμίσεων. Η πρακτική αυτή δεν είναι απλώς πολιτικά προβληματική· είναι θεσμικά επικίνδυνη, καθώς υπονομεύει τη σαφήνεια, τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα του δικαίου. Πλήττει την ασφάλεια δικαίου.
Ήδη στο άρθρο 1, όπου περιγράφεται το αντικείμενο του νόμου, διαπιστώνεται ευθέως η παραβίαση της αρχής της ενότητας του αντικειμένου. Στο νομοσχέδιο συνενώνονται ρυθμίσεις για το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς και «λοιπές διατάξεις», χωρίς εσωτερική συνοχή. Δεν πρόκειται για ένα νομοσχέδιο με ενιαίο σκοπό, αλλά για μία απλή συρραφή άσχετων ρυθμίσεων, πρακτική που έχει επανειλημμένα κριθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Το πρόβλημα επιτείνεται στο άρθρο 2, με το οποίο δίδονται ορισμοί για έννοιες που αφορούν εντελώς διαφορετικά πεδία πολιτικής. Ορισμοί για τη Δημόσια Διοίκηση, τους ΟΤΑ, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών και τα ζώα συντροφιάς συνυπάρχουν στο ίδιο άρθρο, με ασαφείς και νομικά αόριστες διατυπώσεις. Έτσι, αντί να ενισχύεται η σαφήνεια, η εν λόγω διάταξη λειτουργεί ως πηγή ερμηνευτικής αστάθειας. Παρά ταύτα, το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών δεν «έτεινε ευήκοα ώτα» και δεν ανταποκρίθηκε θετικά στις θέσεις και προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, κυρίως όμως σε αυτές των προσκληθέντων φορέων, οι περισσότεροι των οποίων είναι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ενώ γι΄ αυτές περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τις οποίες η ΝΔ επαίρεται. Κακώς βέβαια, διότι (και αυτές-τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών) επιχειρεί, με το νομοσχέδιο, να τις ελέγξει, να τις χειραγωγήσει και να τις εντάξει στο μονοκομματικό κράτος της-της Δεξιάς.
2) Όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου, η κυβέρνηση προχωρεί σε ρυθμίσεις που αλλοιώνουν βασικές θεσμικές εγγυήσεις. Η διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης στις μετακινήσεις και αποσπάσεις υπαλλήλων, χωρίς επαρκή αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς σαφείς δικλείδες διαφάνειας, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους άνισης μεταχείρισης και πελατειακών πρακτικών.
Οι πειθαρχικές διατάξεις του νομοσχεδίου, παρά την περιστολή της απόλυτης αυστηρότητας των πρόσφατα ψηφισθέντων ρυθμίσεων, εξακολουθεί να είναι άκρως τιμωρητικό. Όποιος «δεν συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις» διώκεται με κάθε τρόπο (αυταρχισμός, προγραφές,
«ψυγείο»).
Τα παραδείγματα της κ. Τυχεροπούλου που αποκάλυψε το σκάνδαλο των γαλάζιων «ακρίδων» στον ΟΠΕΚΕΠΕ και έχει μπει στο «ψυγείο», αλλά και των τριών εκπαιδευτικών στην Πελοπόννησο, που παραπέμπονται στο Πειθαρχικό, λόγω της συμμετοχής τους σε απεργία. Οι μεταβατικές ρυθμίσεις εμφανίζουν έντονο φωτογραφικό χαρακτήρα, δημιουργώντας υπαλλήλους «πολλών ταχυτήτων». Πρόκειται για κλασικό παράδειγμα κακής νομοθέτησης μέσω εξαιρέσεων, που πλήττει την αρχή της ισότητας και ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου στο εσωτερικό της δημόσιας διοίκησης.
3) Ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι ρυθμίσεις που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Παρά τη ρητορική περί «ενίσχυσής» της, στο νομοσχέδιο αποτυπώνεται με σαφήνεια η κυβερνητική πολιτική: θέσπιση αρμοδιοτήτων χωρίς τη χορήγηση πόρων. Δεν υπάρχει καμία σαφής πρόβλεψη για προσωπικό ή τεχνική υποστήριξη και χρηματοδότηση, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Οι πολύπλοκες και ασαφείς ρυθμίσεις, χωρίς μελέτες επιπτώσεων και χωρίς τεκμηρίωση κόστους και βιωσιμότητας, προκαλούν σοβαρή διοικητική και θεσμική ανασφάλεια στους δήμους. Οι αιρετοί μετατρέπονται σε διαχειριστές εγκρίσεων, υπό συνεχή κεντρικό έλεγχο, γεγονός που υπονομεύει τη δημοκρατική νομιμοποίησή τους.
Η ίδια λογική αποδυνάμωσης της Αυτοδιοίκησης αποτυπώνεται και στη ρύθμιση, βάσει της οποίας, επιλέγεται η λύση των εποχικών, ιδιωτών μηχανικών, αντί για μόνιμη στελέχωση των τεχνικών υπηρεσιών. Μ΄ αυτό τον τρόπο, έργα ζωτικής σημασίας για τις τοπικές κοινωνίες θα μπορούν να φέρουν την υπογραφή παροδικά απασχολούμενων προσώπων, ιδιωτών μηχανικών 8μηνης απασχόλησης. Αυτό σημαίνει, ότι απουσιάζει η θεσμική συνέχεια, δεν υπάρχει σαφής καταλογισμός ευθυνών και ελλοχεύει αυξημένος κίνδυνος αδιαφάνειας. Κορυφαίο παράδειγμα θεσμικής περιφρόνησης και πρόκλησης ανασφάλειας δικαίου αποτελεί η διάταξη για την κατάργηση των σχολικών επιτροπών ακόμη και των μεγάλων δήμων που έχουν πάνω από 100 σχολικές μονάδες.
Αγνοούνται οι τεκμηριωμένες θέσεις της ΚΕΔΕ, των δημάρχων των μεγάλων πόλεων, των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών και των Συλλόγων Γονέων. Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών δεν βασίζεται σε εκπαιδευτικά ή παιδαγωγικά κριτήρια, και σε αξιολόγηση των αναγκών των σχολικών μονάδων. Βασίζεται αποκλειστικά σε τεχνικές και λογιστικές δυσκολίες που σχετίζονται με την εφαρμογή του λογιστικού πλαισίου και την επικαιροποίηση του μητρώου φορέων γενικής κυβέρνησης της ΕΛΣΤΑΤ.
Με απλά λόγια, καταργείται ένας θεσμός που βρίσκεται στον πυρήνα της καθημερινής λειτουργίας των δημόσιων σχολείων, επειδή δημιουργεί προβλήματα στη στατιστική και λογιστική αποτύπωση της λειτουργίας τους ! Αυτή η κυβερνητική επιλογή δεν είναι ουδέτερη, αφού σ΄ αυτήν αποτυπώνεται μία βαθιά συγκεντρωτική αντίληψη, μία λογική διοίκησης «από τα πάνω». Όλα τα υπόλοιπα επίπεδά της αντιμετωπίζονται ως εκτελεστικός βραχίονας, χωρίς ουσιαστική αυτοτέλεια και χωρίς εμπιστοσύνη στους πολίτες.
Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών οδηγεί σε θεσμική ασάφεια ως προς τις αρμοδιότητες, τις διαδικασίες και τις ευθύνες, σε αύξηση της γραφειοκρατίας και σε καθυστερήσεις στην κάλυψη βασικών λειτουργικών αναγκών των σχολείων. Πρόκειται για επιλογή που επιβαρύνει την καθημερινότητα εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων, που πολλές φορές «βάζουν το χέρι βαθειά στην τσέπη» για να καλυφθούν οι σχετικές δαπάνες. Έτσι υποβαθμίζεται περαιτέρω το δημόσιο σχολείο.
4) Σε σχέση με τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, αποκαλύπτεται η βαθιά καχυποψία της κυβέρνησης έναντι της αυτονομίας των πολιτών και της συλλογικής δράσης. Η υποχρεωτική εγγραφή στο Μητρώο αυτών των Οργανώσεων λειτουργεί στην πράξη ως προϋπόθεση θεσμικής ύπαρξης και χρηματοδότησης. Έτσι, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, που κατοχυρώνεται συνταγματικά, τίθεται υπό διοικητική αίρεση. Αναγνωρίζεται η ανάγκη καλύτερου συντονισμού και διαλειτουργικότητας των ψηφιακών βάσεων δεδομένων. Ωστόσο, η δημιουργία «Παρατηρητηρίου», χωρίς μάλιστα την κατάργηση της υφιστάμενης πολυδιάσπασης των μητρώων και χωρίς επαρκείς εγγυήσεις διαφάνειας και δημόσιας λογοδοσίας, έχει ήδη προκαλέσει εύλογες ανησυχίες και αντιδράσεις για υπέρμετρο διοικητικό έλεγχο.
Τα ασαφή κριτήρια εγγραφής, οι ευρείες εξουσίες ελέγχου, αναστολής και διαγραφής, καθώς και οι δυσανάλογες κυρώσεις, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο μόνιμης θεσμικής ανασφάλειας γι΄ αυτές (για τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών). Αντί για διαφάνεια, εγκαθίσταται ένας μηχανισμός επιτήρησης, που πλήττει ιδιαίτερα τις μικρές, τοπικές και άτυπες οργανώσεις. Θα παραμείνουν λειτουργούσες αυτές στις οποίες θα (συμ)μετέχουν και θα ελέγχονται από τους οικονομικά εύρωστους. Η αλληλεγγύη θα υποκατασταθεί από τη φιλανθρωπία.
Επιπλέον, σ΄ αυτό το πλαίσιο οι Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών μετατρέπονται σε στοιχεία ενός οιονεί διοικητικού υποσυστήματος του κράτους και έτσι «διοικητικοποιείται» ο εθελοντισμός. Βάσει όλων αυτών, παραβιάζεται η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών τίθενται υπό διοικητική αίρεση, αφού θίγεται η αυτονομία τους.
Προβληματική είναι και η μη ένταξη στο μητρώο όσων οργανώσεων έχουν μέλη στη διοίκησή τους με καταδικαστικές αποφάσεις για πλημμελήματα, που συνδέονται με (παρελθούσες) πράξεις, ιδίως άτομα με εξαρτήσεις, εξαιρουμένων πρώην τοξικοεξαρτώμενων ατόμων που έχουν παρακολουθήσει πρόγραμμα απεξάρτησης.
Αλλά και με καταδικαστικές αποφάσεις για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συχνά εργαλειοποιείται (slapps), με την υποβολή μηνύσεων ή την άσκηση αγωγών (slapps), με σκοπό τον περιορισμό ή και την ακύρωση της δράσης οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών και την ακύρωση των περιθωρίων διαφορετικής άποψης και πρωτοβουλιακών δράσεων.
5) Για το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς: Παρότι ο σκοπός της δημιουργίας Μητρώου είναι θεμιτός, η μετακύλιση ευθυνών στους δήμους χωρίς επαρκείς πόρους, υποδομές και προσωπικό, σε συνδυασμό με δυσανάλογες κυρώσεις και έμφαση στην καταστολή, δημιουργεί ένα πλαίσιο ανασφάλειας. Βάσει αυτών ουσιαστικό όφελος για την προστασία των ζώων δεν υφίσταται.
6) Σοβαρά ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας ανακύπτουν και από τη ρύθμιση, βάσει της οποίας θεσμοθετείται η εκ των υστέρων νομιμοποίηση(η κυβέρνηση αποστέλλει το μήνυμα «πρώτα πράττουμε και μετά νομοθετούμε») της παραχώρησης χρήσης δημόσιων ακινήτων και υποδομών του ΕΚΔΔΑ σε ιδιωτικούς φορείς, όπως έγινε με την αυθαίρετη, χωρίς νομική βάση, παραχώρηση χώρου του ΕΚΔΑΑ σε εταιρία παραγωγής σήριαλ! Αντί να διερευνηθεί η πρακτική αυθαίρετης παραχώρησης δημόσιας περιουσίας, η κυβέρνηση επιλέγει να την νομιμοποιήσει.
7) Το παρόν νομοσχέδιο μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένες επιμέρους θετικές διατάξεις. Όμως, ως σύνολο, ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου, υπονομεύει συνταγματικές και θεσμικές εγγυήσεις, διευρύνει τη διοικητική αυθαιρεσία, και μετακυλύει ευθύνες στην τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς πόρους.
8) Συμπερασματικά, οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου δεν συνιστούν μεταρρύθμιση. Αποτελούν ακόμη ένα βήμα προς έναν συγκεντρωτικό, θεσμικά ασταθή και τελικά αναποτελεσματικό τρόπο διακυβέρνησης. Η δημόσια διοίκηση και η τοπική αυτοδιοίκηση χρειάζονται διαφάνεια, σοβαρό σχεδιασμό και επαρκή χρηματοδότηση, όχι νομοσχέδια-σκούπες και αποσπασματικές παρεμβάσεις που υποβαθμίζουν κρίσιμους θεσμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος.