Ο Γιώργος Παπαηλιού στην Ολομέλεια για το αγροτικό
"Οι άνθρωποί του πρωτογενή τομέα δεν ζητούν χάρες. Εκπέμποντας SOS, ζητούν σεβασμό, δικαιοσύνη και μία καθαρή προοπτική για το μέλλον."
Η εν λόγω πρόταση της κυβέρνησης της ΝΔ του «καθεστώτος Μητσοτάκη» είναι προσχηματική. Αποτελεί σπασμωδική αντίδραση στην φετεινή κινητοποίηση των αγροτών, των κτηνοτρόφων, των μελισσοκόμων και των αλιέων που «έχουν φθάσει στο αμήν» με την αδιαφορία και την εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα και της υπαίθρου από την κυβέρνηση της ΝΔ.
Δεν αποτελεί ειλικρινή προσπάθεια (της κυβέρνησης) να αναζητήσει και να εξεύρει λύσεις στα χρόνια προβλήματά τους. Αποτελεί μάλλον ένα επικοινωνιακό τέχνασμα να γίνει όχι συζήτηση, αλλά κουβέντα για τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα («κουβέντα να γίνεται»), και όχι για λύσεις που υλοποιούνται στην πράξη.
Σε αυτό το πλαίσιο συνιστά εμπαιγμό της αγροτιάς. Ο αγροτικός και κτηνοτροφικός κόσμος της χώρας βρίσκεται σε οριακή κατάσταση και απαιτεί ουσιαστικές λύσεις, όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες ή κοινοβουλευτικές συζητήσεις χωρίς αποτέλεσμα. Εκπροσωπώντας μία περιοχή με σημαντικό αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, μεταφέρω την αγωνία ανθρώπων που αγωνίζονται να διατηρήσουν το αγροτικό και κτηνοτροφικό κεφάλαιο, να συνεχίσουν την καλλιέργεια της γης και την εκτροφή των ζώων τους και να έχουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα.
Βλέπουν το κόστος παραγωγής να αυξάνεται με ρυθμούς που δεν έχουν προηγούμενο, βιώνουν καθυστερήσεις, περικοπές ή την καταλήστευση των ενισχύσεων που δικαιούνται – το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι χαρακτηριστική κορυφαία περίπτωση – και ταυτόχρονα βλέπουν τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους - του κόπου τους να παραμένουν πιεσμένες-εξευτελιστικές και αβέβαιες, ενώ οι τιμές «στο ράφι» «πιάνουν ταβάνι»- ανεβαίνουν «στο Θεό» καθημερινά. Και όλα αυτά δεν είναι θεωρητικές διαπιστώσεις. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα που βιώνει ο
πρωτογενής τομέας.
Ιδιαίτερη αναφορά οφείλεται στην κτηνοτροφία, τον κλάδο που βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της κατάρρευσης. Οι κτηνοτρόφοι της χώρας, και ειδικά οι μικρομεσαίοι που δραστηριοποιούνται-διατηρούν μαντριά σε ορεινές περιοχές, αντιμετωπίζουν ένα εκρηκτικό μείγμα προβλημάτων: το κόστος της ενέργειας και των ζωοτροφών έχει εκτοξευθεί, το κόστος μεταφοράς επιβαρύνει δυσανάλογα τους κτηνοτρόφους των απομακρυσμένων περιοχών, ενώ οι τιμές παραγωγού στο γάλα και στο κρέας παραμένουν χαμηλές και συχνά δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά έξοδα. Την ίδια στιγμή, οι καθυστερήσεις στις ενισχύσεις και οι αστοχίες στην εφαρμογή της νέας ΚΑΠ στερούν από τους κτηνοτρόφους τη στοιχειώδη ρευστότητα που χρειάζονται για να επιβιώσουν.
Σε αυτά, προστίθενται και οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, οι ζωονόσοι και η έλλειψη επαρκούς κτηνιατρικής υποστήριξης, καθώς και η αίσθηση πλήρους εγκατάλειψης, ή μάλλον η πλήρης εγκατάλειψη από την πολιτεία. Το αποτέλεσμα είναι να εγκαταλείπεται η κτηνοτροφία, να ερημώνουν τα χωριά και οι ορεινές και απομακρυσμένες από τα κέντρα περιοχές και να τίθεται σε κίνδυνο η διατροφική αυτάρκεια της χώρας.
Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει την εικόνα μιάς δήθεν προσπάθειας ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα, ενώ ταυτόχρονα αγνοεί και αποφεύγει να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια κρίσιμα ζητήματα που σχετίζονται με την αξιοπιστία του κράτους, την ισονομία και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η μεγαλύτερη εκδήλωση υποκρισίας από πλευράς της είναι το γαλάζιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με υπογραφή και σφραγίδα της κυβέρνησης της ΝΔ του «καθεστώτος Μητσοτάκη», για το οποίο έχουν γίνει σοβαρότατες καταγγελίες και έχουν έλθει στη δημοσιότητα στοιχεία για «χοντρές» παρανομίες, αδιαφάνεια στη διαχείριση των πόρων που προορίζονταν για τους παραγωγούς και την καταλήστευσή τους
Αυτά περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η υπόθεση αυτή δεν είναι μία απλή διοικητική αστοχία, αλλά ένα σκάνδαλο «γαλάζιων ακρίδων». Σ΄ αυτό το πλαίσιο, αποκαλύπτεται η ουσία ενός συστήματος διακυβέρνησης που λειτουργεί με «δύο μέτρα και δύο σταθμά»: αυστηρή ή και αυθαίρετη εφαρμογή κανόνων για τους μικρούς-τους αδύναμους και ανοχή, ή ακόμη και συγκάλυψη, όταν εμπλέκονται οι ισχυροί και οι πολιτικά προσκείμενοι στην κυβερνητική παράταξη-οι ημέτεροι της ΝΔ.
Αυτή η πρακτική δεν απειλεί μόνο την αξιοπιστία των θεσμών, αλλά πλήττει βαθιά το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επικαλείται μια «ανεξάρτητη» διαδικασία εξέτασης, όμως τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής δείχνουν, ότι επί της θητείας της υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις και καταχρήσεις εις βάρος των πραγματικών παραγωγών, πράγμα που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης των πόρων αυτών.
Η κυβέρνηση επιλέγει την τακτική της συσκότισης, της συγκάλυψης και της ελεγχόμενης ενημέρωσης, ενώ οι αγρότες και κτηνοτρόφοι βιώνουν την αίσθηση-την πεποίθηση, ότι οι κανόνες που ισχύουν για αυτούς δεν ισχύουν για την πολιτική και οικονομική εξουσία. Αυτή είναι η ουσία των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» : η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου, η απόλυτη (δήθεν) ευαισθησία για μικρές παραβάσεις και η σιωπή ή η αδράνεια για σοβαρές υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτή η πρακτική υπονομεύει όχι μόνο την εμπιστοσύνη των παραγωγών προς το κράτος, αλλά και την ίδια την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δημοκρατία και τις θεσμικές λειτουργίες της.
Αν πράγματι υπάρχει βούληση για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, και μέσω αυτού την ύπαιθρο, οφείλουμε να γίνει αρχή-να ξεκινήσουμε από την αντιμετώπιση της θεσμικής κρίσης. Πρέπει να διασφαλιστεί, ότι οι κανόνες θα εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους, η δικαιοσύνη δεν θα λειτουργεί επιλεκτικά και οι θεσμοί εν γένει θα λειτουργούν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, της ελληνικής περιφέρειας και όχι συγκεκριμένων συμφερόντων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν αρνείται το διάλογο. Αντίθετα, απαιτεί ένα διάλογο θεσμικό, ειλικρινή, προσανατολισμένο στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων. Όμως αρνείται τη διαδικασία που προτείνεται από την κυβέρνηση της ΝΔ, που αποτελεί κάλυμμα (πρόσχημα) για την αδράνεια, τη συγκάλυψη και τη συνεχή αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των
θεσμών.
Προτείνει τη συγκρότηση ενός μόνιμου Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής, στο οποίο να συμμετέχουν, εκτός των πολιτικών κομμάτων και της τοπικής αυτοδιοίκησης, και εκπρόσωποι όλων των κλάδων του πρωτογενούς τομέα και της επιστημονικής κοινότητας που συνδέεται μ΄
αυτόν.
Χρειάζεται διάλογος, όμως αυτός να οδηγεί σε λύσεις και προοπτικά στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, με τον πρωτογενή τομέα να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάταξη και ανάπτυξη της υπαίθρου. Οι άνθρωποί της δεν ζητούν χάρες. Εκπέμποντας SOS, ζητούν σεβασμό, δικαιοσύνη και μία καθαρή προοπτική για το μέλλον.