"Συνειδητή Αυταρχική Οπισθοδρόμηση στο Μεταναστευτικό με την υπογραφή της Κυβέρνησης της Ν.Δ."
Η τοποθέτηση του Γιώργου Η. Παπαηλιού, Βουλευτή Αρκαδίας-Τομεάρχη Δικαιοσύνης (ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία) στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Μετανάστευσης-Ασύλου «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών, ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος, τροποποιήσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και άλλες διατάξεις».
Η συζήτηση επί του νομοσχεδίου συμπίπτει με τη (χθεσινή) νέα τραγωδία στα νερά του Αιγαίου. Ο Υπουργός Μετανάστευσης-Ασύλου στην παρέμβασή του έσπευσε να προκαταλάβει το αποτέλεσμα της έρευνας για το τι πραγματικά συνέβη.
Εξάλλου ο αρμόδιος Υπουργός, ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, λόγω εμπλοκής του Λιμενικού Σώματος στο συγκεκριμένο τραγικό περιστατικό, δεν είναι παρών και δεν έχει λάβει θέση.
Ζητείται επειγόντως ενημέρωση.
Πάντως, το παρελθόν της ΝΔ και της κυβέρνησής της είναι αρνητικό.
Και υπάρχουν καταγγελίες και καταδίκες για την πολιτική της από διεθνείς οργανισμούς.
Κύριοι της ΝΔ δεν σας έχουμε εμπιστοσύνη.
Το νομοσχέδιο δεν είναι μια ουδέτερη ή τεχνικού τύπου νομοθετική παρέμβαση. Είναι μία πολιτική επιλογή με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, που αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία.
Υπό έναν τίτλο, που επιχειρεί να εμφανίσει το νομοθέτημα ως δήθεν εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊκό, κρύβονται ρυθμίσεις αυστηροποίησης, ποινικοποίησης και αποκλεισμού, με άμεσες και επικίνδυνες συνέπειες για την ανθρώπινη ζωή και για το ίδιο το κράτος δικαίου.
Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά να νομοθετήσει με λογική καχυποψίας και τιμωρίας. Επιλέγει να αποδυναμώσει θεσμικές εγγυήσεις ένταξης, να αφαιρέσει δικαιώματα από παιδιά που μεγάλωσαν στην Ελλάδα και να στοχοποιήσει ευθέως την κοινωνία των πολιτών.
Δεν πρόκειται για αστοχίες ή τεχνικές ατέλειες. Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που συγκροτείται πάνω στην αντίληψη ότι η ένταξη είναι πρόβλημα, η αλληλεγγύη είναι ύποπτη και η συλλογική δράση πρέπει να ελέγχεται και να τιμωρείται.
Επιχειρείται να εμπεδωθεί ένα καθεστώς φόβου, ανασφάλειας και διοικητικής αυθαιρεσίας, με τρόπο που η ιδιότητα, η συμμετοχή σε οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών ή η κοινωνική δράση μπορούν να μετατραπούν σε λόγους ποινικής και διοικητικής δίωξης. Και αυτό δεν είναι ούτε ευρωπαϊκή κανονικότητα ούτε κράτος δικαίου. Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή περαιτέρω αυταρχικής οπισθοδρόμησης.
Ειδικότερα, καταργείται η ρύθμιση για ασυνόδευτους ανηλίκους, που η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ είχε εισαγάγει στον Κώδικα Μετανάστευσης μετά κόπων και βασάνων. Αυτή επέτρεπε σε άτομα που εισήλθαν στη χώρα ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και ολοκλήρωσαν τρεις τάξεις μέσης εκπαίδευσης ελληνικού σχολείου, να υπαχθούν σε σταθερό καθεστώς και να λάβουν δεκαετή άδεια διαμονής. Πρόκειται για νέους που εδώ έχουν μεγαλώσει, ομιλούν τη γλώσσα, έχουν διαμορφώσει κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον, και έχουν επενδύσει τη ζωή τους στη χώρα μας. Η κατάργηση μιας τέτοιας ρύθμισης στερεί από αυτούς τους νέους ανθρώπους τη σταθερότητα και την προοπτική που απαιτεί η ολοκλήρωση της ένταξής τους.
Αντί αυτής της θεσμικής αναγνώρισης της προσπάθειας ένταξης, το νομοσχέδιο αφήνει τους νέους αυτούς εκτεθειμένους σε κατάσταση διοικητικής αβεβαιότητας.
Από «μεγαλωμένοι εδώ» μπορούν να βρεθούν ξαφνικά χωρίς καθεστώς προστασίας, υπό καθεστώς αιτούντος άσυλο ή απλά παραμένοντας στο περιθώριο.
Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ έχουν εκφράσει σοβαρό προβληματισμό για την κατάργηση αυτής της διάταξης, χαρακτηρίζοντάς την ανησυχητική.
Η συγκεκριμένη διάταξη, όχι μόνον πρέπει να διατηρηθεί αλλά και να ενισχυθεί η προστασία όσων έχουν ουσιαστικά ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία, διότι αυτό αποτελεί στοιχειώδη πράξη δικαιοσύνης και σεβασμού προς αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ήδη δώσει επιτυχώς αγώνα ενσωμάτωσης.
Επιπλέον παραλείπεται να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η επαναφορά ή τη δημιουργία μόνιμων ρυθμίσεων για άδειες παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Η κατάργηση ή ο δραστικός περιορισμός τους τα τελευταία χρόνια έχει αφήσει χιλιάδες ανθρώπους χωρίς σαφή διέξοδο και προοπτική τακτοποίησης, ακόμη και όταν έχουν ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα μας. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει μεταβατικές ρυθμίσεις που συχνά δεν επαρκούν, ενώ αγνοεί βασικές παραμέτρους της Οδηγίας Επιστροφών της ΕΕ για εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Με επίκληση «υψηλών στόχων» και αόριστων «ειδικών περιστάσεων», η κυβέρνηση εισάγει απαράδεκτες διατάξεις που στοχοποιούν τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, εν προκειμένω τις ΜΚΟ και τα μέλη τους, ενσωματώνοντας ένα επικίνδυνο πλαίσιο ποινικοποίησης της ιδιότητας μέλους ΜΚΟ και της συλλογικής δράσης.
Δηλαδή, εισάγεται όχι η ποινική αντιμετώπιση όσων τελούν συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις με κριτήριο αντικειμενικά χαρακτηριστικά, αλλά η ποινική αντιμετώπιση επειδή κάποιος είναι μέλος μιας νόμιμης, εγγεγραμμένης στα Μητρώα ΜΚΟ οργάνωσης.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, στο νομοσχέδιο προβλέπεται το εξωφρενικά ακραίο, με την απλή άσκηση ποινικής δίωξης κατά μέλους ή στελέχους οργάνωσης, χωρίς να έχει υπάρξει τελεσίδικη κρίση, η ίδια η οργάνωση να διαγράφεται από το Μητρώο ΜΚΟ. Έτσι η οργάνωση, χάνει την πρόσβαση σε δομές, τη δυνατότητα συνεργασίας με το κράτος και την άντληση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Πρόκειται για μετατόπιση από το ποινικό δίκαιο της πράξης στο ποινικό δίκαιο της ιδιότητας. Αυτό αντιβαίνει στην αρχή της μη διάκρισης και της ισότητας, αφού η ίδια η συμπεριφορά αντιμετωπίζεται διαφορετικά μόνον επειδή τελείται από μέλος ΜΚΟ.
Η αρχή της «αναλογικότητας» καταστρατηγείται αφού η εξομοίωση ενός εθελοντή ανθρωπιστικής οργάνωσης που δεν έχει οικονομικό κίνητρο με τον επαγγελματία διακινητή είναι δυσανάλογη. Έτσι θίγεται το τεκμήριο αθωότητας, αφού μία ΜΚΟ τιμωρείται συλλογικά πριν ακόμη υπάρξει τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση κατά φυσικού προσώπου.
Είναι προφανές, ότι μ΄ αυτό τον τρόπο ποινικοποιείται η ανθρωπιστική δράση-η αλληλεγγύη, αποτελώντας ένα είδος θεσμικής πρακτικής εκφοβισμού και εκδίκησης.
Συμπερασματικά, η προσέγγιση της μετανάστευσης δεν μπορεί να γίνει μόνον με τεχνικές διαδικασίες παροχής αδειών ή με αριθμούς εισόδων και εξόδων. Ένα δίκαιο μεταναστευτικό πλαίσιο πρέπει να προστατεύει τα δικαιώματα όλων, να ενισχύει το κράτος δικαίου, να σέβεται τις θεμελιώδεις ελευθερίες και να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και κοινωνικού τομέα, αντί να ποινικοποιεί την αλληλεγγύη και να στοχοποιεί τις οργανώσεις που λειτουργούν νομίμως για να στηρίξουν όσους βρίσκονται σε ανάγκη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία θα συνεχίσει να διεκδικεί κοινωνικά και κοινοβουλευτικά ένα ανθρώπινο, δίκαιο και δημοκρατικό μεταναστευτικό πλαίσιο, το οποίο σέβεται τα δικαιώματα και ενισχύει την κοινωνική συνοχή.