"Σε περιόδους έντασης αξιοποιείται η έννοια της τρομοκρατίας ως εργαλείου διεύρυνσης της καταστολής"
Δείτε τι είπε ο βουλευτής Αρκαδίας με αφορμή συζήτηση για την τροποποίηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας.
Τα κυριότερα σημεία των ομιλιών, του Γιώργου Παπαηλιού, Βουλευτής Αρκαδίας-Τομεάρχης Δικαιοσύνης, Εισηγητής (Ειδικός Αγορητής), ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, στην αρμόδια Επιτροπή και στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τροποποίηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας».
1) Η τρομοκρατία, ως (νομικός) όρος, δεν έχει ένα γενικά αποδεκτό περιεχόμενο.
Η αντίληψη γι΄ αυτήν, διαφοροποιείται, ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τις συνθήκες τις οποίες καλύπτει. Επικρατεί η αντίληψη των κυρίαρχων τάξεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η νοηματοδότησή της είναι απροσδιόριστη και υποκειμενική. Μάλιστα προκαλείται (σκόπιμη) σύγχυση με τη δράση εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ή κοινωνικών εξεγέρσεων.
Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι επαναστάτες του 1821 χαρακτηρίζονταν από την Ιερά συμμαχία τρομοκράτες, το ίδιο και οι η plo του Γιασέρ Αραφάτ, μέχρις ότου αναγνωριστούν ως αγωνιστές της Εθνικής Απελευθέρωσης και Ελευθερίας. Τα τελευταία χρόνια ο όρος έχει επεκταθεί και έχει εισαχθεί στην τρέχουσα πολιτική ορολογία.
Υπάγουν στην έννοια της τρομοκρατίας και δράσεις απλής διαμαρτυρίας, προκειμένου να τεθεί εκποδών-να δυσφημιστεί ο ριζοσπαστικός λόγος και η ριζοσπαστική δράση, απόψεις και κινήσεις που δεν συνάδουν με το κυρίαρχο αφήγημα. Πάντως στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος άρθρο 120 παρ. 4 προβλέπεται ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.
2) Η συζήτηση του σχετικού κυρωτικού νομοσχεδίου διεξάγεται σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον στο εσωτερικό και πολεμικό διεθνώς.
Η κυβέρνηση επιλέγει, για μία φορά ακόμη, να αρνηθεί τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων που άπτονται της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της σε τέτοιου είδους σχετικά θέματα, πρόσφατα, η εκ μέρους της άρνηση σύστασης προανακριτικής επιτροπής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε συνδυασμό με τη συνολικότερη στάση της έναντι αιτημάτων για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών για το σκάνδαλο των υποκλοπών , αποκαλύπτει τη βαθύτερη πολιτική επιλογή της , να αποφευχθεί η ουσιαστική διερεύνηση υποθέσεων μείζονος σημασίας για την ασφάλεια της χώρας και διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται κορυφαία στελέχη της.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η αντιπολίτευση «θέλει να συζητάμε για εξεταστικές και προανακριτικές» αντί για την οικονομία και την εξωτερική πολιτική.
Λες και οι υποθέσεις των υποκλοπών- της παρακολούθησης ανωτάτων αξιωματούχων των Ενόπλων Δυνάμεων και της κυβέρνησης αλλά και της διασπάθισης δημοσίων πόρων είναι ελάσσονα ζητήματα και δεν επηρεάζουν την ασφάλεια και την οικονομία τα ης χώρας.
Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη πολιτική για την ασφάλεια-τη διεθνή θέση και την οικονομία της χώρας, όταν υπονομεύονται οι ίδιοι οι μηχανισμοί ελέγχου και λογοδοσίας;
Και αυτό διότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί επιλεκτικά. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του κράτους δικαίου, όταν συζητούνται διεθνείς συμβάσεις και ταυτόχρονα αυτό να παρακάμπτεται, όταν πρόκειται για τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας.
Σε περιόδους έντασης, κρίσης και πολέμου αξιοποιείται η έννοια της τρομοκρατίας ως εργαλείου διεύρυνσης της καταστολής.
Νομικές ρυθμίσεις που εισάγονται με σκοπό την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας συχνά επεκτείνονται πέραν αυτού του πεδίου, επηρεάζοντας πολιτικά δικαιώματα, κοινωνικές κινητοποιήσεις και μορφές διαμαρτυρίας. Η λεγόμενη «ασφαλειοποίηση» της πολιτικής ζωής οδηγεί στη μετατόπιση από την προστασία της κοινωνίας προς την ενίσχυση μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει ο κίνδυνος η έννοια και η επίκληση της τρομοκρατίας να λειτουργεί ως «ομπρέλα» κάτω από την οποία εντάσσονται ετερογενείς συμπεριφορές, κυρίως εκείνες που συνδέονται με πολιτική δράση ή κοινωνική διαμαρτυρία, ενισχύοντας πρακτικές προληπτικής καταστολής.
Η ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην καταστολή. Απαιτείται κυρίως η αντιμετώπιση των κοινωνικών, πολιτικών και γεωπολιτικών συνθηκών που ευνοούν την εμφάνιση και την αναπαραγωγή της.
Μία δημοκρατική πολιτεία οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, ώστε η επίκληση της ασφάλειας να μην οδηγεί σε περιορισμό των ελευθεριών και σε διάβρωση του κράτους δικαίου. Εν τέλει, η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέσα που την υπονομεύουν.
Δεν μπορεί να οδηγεί σε αποδοχή ενός πλαισίου, όπου η ασφάλεια καθίσταται υπέρτερη και σχεδόν απόλυτη αξία, εις βάρος της ελευθερίας, της νομικής ασφάλειας και της αναλογικότητας.
Το Πρωτόκολλο, με τις ρυθμίσεις του, επιχειρεί μια σημαντική διεύρυνση του πεδίου των «τρομοκρατικών αδικημάτων». Η έννοια της τρομοκρατίας δεν περιορίζεται πλέον σε πράξεις βίας με ιδεολογικό ή πολιτικό σκοπό, αλλά επεκτείνεται και σε συμπεριφορές που μπορεί να ερμηνευθούν με ευρύτητα και ευελιξία.
Επεκτείνεται η ποινική ευθύνη σε στάδια προπαρασκευαστικά ή έμμεσης συμμετοχής, όπως η «υποστήριξη» ή η «διευκόλυνση». Με τη μετατόπιση αυτή από την τιμώρηση συγκεκριμένων πράξεων προς την τιμώρηση της πρόθεσης, της συμμετοχικής εγγύτητας ή ακόμη και της υποψίας, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Το ποινικό δίκαιο παύει να είναι δίκαιο των πράξεων και μετατρέπεται σταδιακά σε δίκαιο της πιθανότητας και της εκτίμησης κινδύνου.
Όταν τα όρια του ποινικού κολασμού διευρύνονται υπέρμετρα, τότε αυξάνεται αναπόφευκτα και ο κίνδυνος αυθαίρετης ή δυσανάλογης εφαρμογής.
Διευκολύνονται οι διαδικασίες έκδοσης και ενισχύεται η δυνατότητα χρήσης του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης ως αυτόνομης νομικής βάσης. Έτσι περιορίζεται ουσιαστικά ο ρόλος των εθνικών δικαστικών αρχών και αποδυναμώνεται η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των προϋποθέσεων έκδοσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας και η τάση προς αυτοματοποιημένες διαδικασίες δημιουργούν εύλογους κινδύνους για την αρχή της δίκαιης δίκης.
Ακόμη και οι προβλεπόμενες εγγυήσεις, βάσει των οποίων απαγορεύεται η έκδοση σε περιπτώσεις κινδύνου βασανιστηρίων ή θανατικής ποινής, δεν είναι απόλυτες. Εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από διπλωματικές διαβεβαιώσεις και εκτιμήσεις των εμπλεκόμενων κρατών.
Επιπλέον, εισάγεται ένα σύστημα διμερών και πολυμερών συμφωνιών, το οποίο, αν και παρουσιάζεται ως στοιχείο ευελιξίας, στην πράξη οδηγεί σε ένα κατακερματισμένο καθεστώς προστασίας των δικαιωμάτων.
Δημιουργείται έτσι μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων στο πεδίο του ποινικού δικαίου, όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν απολαμβάνουν ενιαίας και ισότιμης προστασίας.
Η μετατόπιση κρίσιμων αρμοδιοτήτων προς όργανα με περιορισμένη λογοδοσία δημιουργεί ένα δημοκρατικό έλλειμμα. Η ποινική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να ασκείται ερήμην της δημοκρατικής διαδικασίας. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τεχνικό αντικείμενο διαχείρισης, αποκομμένο από τον δημόσιο έλεγχο.
Το Πρωτόκολλο αυτό δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας. Αντανακλά μια γενικότερη τάση διεθνοποίησης της καταστολής και ενίσχυσης της λογικής της προληπτικής ασφάλειας. Μια λογική που, αν δεν ελεγχθεί, μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση μέχρι κατάργησης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.
Η ασφάλεια δεν πρέπει να λειτουργεί ως υπερ-αρχή που υπερισχύει κάθε άλλης συνταγματικής και δημοκρατικής αξίας. Όμως η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητά της να προστατεύεται, αλλά και από την ικανότητά της να προστατεύεται χωρίς να αυτοαναιρείται. Δεν απορρίπτουμε την ανάγκη για διεθνή συνεργασία.
Το πλαίσιο, μέσω του οποίου διευρύνεται υπέρμετρα το ποινικό πεδίο, αποδυναμώνεται ο δικαστικός έλεγχος και ενισχύεται η τεχνοκρατική διακυβέρνηση εις βάρος της δημοκρατικής λογοδοσίας, εισάγει νομική αβεβαιότητα στο ευαίσθητο πεδίο του ποινικού δικαίου.
Η συνολική εικόνα του Πρωτοκόλλου δείχνει κάτι βαθύτερο. Δεν πρόκειται μόνον για ένα εργαλείο καταστολής της τρομοκρατίας, αλλά για ένα μέσον μιας ευρύτερης αναδιάρθρωση του διεθνούς συντονισμού στο πεδίο της ποινικής μεταχείρισης.
Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι αναγκαία. Αλλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος του κράτους δικαίου. Και αυτό διότι έτσι, υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατία, που θέλουμε ή υποτίθεται ότι θέλουμε να προστατεύσουμε.