"Συνεχίζεται η επιχείρηση συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών - Ακατάλληλος ο χώρος διεξαγωγής της δίκης"
Δήλωση Γιώργου Παπαηλιού Βουλευτή Αρκαδίας και Τομεάρχη Δικαιοσύνης (ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία).
Η εικόνα του χώρου (της αίθουσας) διεξαγωγής της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών που αναδύθηκε κατά την, υποτίθεται πρώτη ημέρα της δίκης δεν είναι απλώς προβληματική· είναι βαθιά αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος- το Υπουργείο Δικαιοσύνης αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη όταν αυτή αγγίζει ευθύνες της εξουσίας. Η ακαταλληλότητα της δικαστικής αίθουσας δεν αποτελεί «τεχνική αστοχία», αλλά σύμπτωμα μιας πολιτικής αντίληψης που υποτιμά συστηματικά τόσο τη σημασία της διαδικασίας όσο και την αξιοπρέπεια των θυμάτων.
Μέχρι και «χθες», τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης όσο και ο ίδιος ο πρωθυπουργός διαβεβαίωναν ότι «όλα βαίνουν καλώς». Αυτή η ρητορική της κανονικότητας καταρρέει ενώπιον μιας πραγματικότητας που «κραυγάζει» για το αντίθετο: μία δίκη με τεράστιο κοινωνικό βάρος διεξάγεται, ή μάλλον επρόκειτο να διεξαχθεί υπό συνθήκες που δεν πληρούν ούτε τα στοιχειώδη. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στην ανεπάρκεια ενός χώρου-μιας αίθουσας. Αγγίζει τον πυρήνα της κρατικής-της κυβερνητικής ευθύνης. Όταν το κράτος δεν μπορεί ή δεν θέλει, να εξασφαλίσει διαφανείς και αξιοπρεπείς συνθήκες για μία τόσο κρίσιμη δίκη, τότε προκαλείται η εύλογη καχυποψία: Μήπως η υποβάθμιση της διαδικασίας, η δυσχέρανση- η αδυναμία πρόσβασης και παρουσίας των συγγενών των θυμάτων του εγκλήματος και του έργου της πλευράς των συνηγόρων στήριξης της κατηγορίας λειτουργεί ως έμμεσος μηχανισμός ακύρωσης της δημοσιότητας της δίκης, αποπολιτικοποίησης και αποδυνάμωσης της κοινωνικής πίεσης;
Η στάση της κυβέρνησης δείχνει κάτι πιο βαθύ: Mία κυβέρνηση που αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη ως διαχειριστικό ζήτημα και όχι ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η επιμονή ότι «όλα είναι εντάξει» μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είναι απλά λανθασμένη εκτίμηση είναι πολιτική επιλογή συγκάλυψης ή έστω ανεπάρκειας. Αντί να υπάρξει προετοιμασία αντάξια της σοβαρότητας της υπόθεσης, επιλέχθηκε η επικοινωνιακή διαχείριση.
Τα Τέμπη δεν είναι μια «υπόθεση» όπως όλες οι άλλες. Είναι μία συλλογική τραγωδία που απαιτεί δημοσιότητα, διαφάνεια, θεσμική σοβαρότητα, και σεβασμό. Όταν αυτά απουσιάζουν, η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη — είναι συγκεκριμένη και πολιτική. Και βαραίνει εκείνους που μέχρι χθες διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, ενώ το πρόβλημα ήταν ήδη ενώπιόν μας.
Η συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών αποτελεί εξ αρχής πολιτική επιδίωξη της κυβέρνησης της ΝΔ του «καθεστώτος Μητσοτάκη». Σε συνεργασία με την «πρόθυμη» ηγεσία της Δικαιοσύνης την προωθεί με κινήσεις δικονομικές και ουσιαστικές αλλά και διαδικαστικές, όπως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της σχετικής ανακοίνωσης του Αρείου Πάγου. Αυτή εμφανίζεται ευθυγραμμισμένη με το κυβερνητικό αφήγημα περί αστοχίας ως προς την ταξιθέτηση σε συνδυασμό με την παρουσία «αγανακτισμένων» πολιτών.
Έτσι επιχειρείται να αποσυνδεθεί το σύμβολο από την κοινωνική πραγματικότητα. Όμως αυτό σπάνια επιτυγχάνεται. Όταν η κοινωνική εμπειρία συγκρούεται με τη θεσμική διαβεβαίωση, συνήθως αποδυναμώνεται η τελευταία. Αυτή η εξέλιξη, εκτός από την προσβολή της μνήμης των θυμάτων του εγκλήματος και της κατάστασης των συγγενών τους, δεν αποτελεί εγγύηση για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
Εν κατακλείδι, η ακαταλληλότητα του χώρου (της αίθουσας) γίνεται σύμβολο, όχι απλά κακής σχεδίασης, αλλά ενός κράτους-της κυβέρνησης της ΝΔ του «καθεστώτος Μητσοτάκη που αποτυγχάνει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, όταν καλείται να λογοδοτήσει.