Παπαηλιού: "Η κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει την πολυδιαφημισμένη ψηφιακή διοίκηση"
Ο βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Παπαηλιού στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου της Αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη».
Η συζήτηση για το νομοσχέδιο της Αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» διεξάγεται υπό τη σκιά σωρείας δικογραφιών για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ με πρωταγωνιστές στελέχη της κυβέρνησης, με τελευταία τη δικογραφία κατά 17 υπουργών, υφυπουργών και βουλευτών της ΝΔ.
Το νομοσχέδιο – άλλο ένα ψευδεπίγραφο νομοσχέδιο – δεν είναι, ούτε ένα απλό τεχνικό νομοθέτημα, ούτε μια ουδέτερη διοικητική μεταρρύθμιση. Συνιστά μία βαθιά ιδεολογική και πολιτική επιλογή για το τι κράτος θέλουμε και ποιόν ρόλο οφείλει να επιτελεί η δημόσια διοίκηση στη σύγχρονη κοινωνία.
Η ΝΔ είναι το «βαθύ κράτος». Αυτό μάλιστα, ως ο «μεγάλος αδελφός», παρακολουθούσε και παρακολουθεί δημόσια πρόσωπα, ενδεικτικά τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Υπουργούς, ακόμη και τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης («εσάς κύριε Αντιπρόεδρε»), και δεν τολμάτε να υποβάλετε μήνυση για να υπερασπιστείτε το θεσμικό κύρος της θέσης-της ιδιότητάς σας, αλλά και την προσωπική σας αξιοπρέπεια. Δεν το πράττετε, ενώ, ως δημόσιοι λειτουργοί, έχετε υποχρέωση.
Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν εισάγεται από το καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργείο που έχει την ευθύνη της δημόσιας διοίκησης. Εισάγεται από την Αντιπροεδρία της Κυβέρνησης. Μέσω αυτής προβάλλεται και προωθείται η κεντρική αντίληψη διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ: το λεγόμενο «λιγότερο κράτος». Αυτό στην πράξη μεταφράζεται σε ένα κράτος-μία δημόσια διοίκηση αποδυναμωμένη, αφού εκχωρούνται κρίσιμες λειτουργίες της σε ιδιώτες.
Ο πυρήνας αυτής της επιλογής αποτυπώνεται στη βασική κατεύθυνση του νομοσχεδίου: τη σύμπραξη της διοίκησης με πιστοποιημένους (ιδιώτες) επαγγελματίες. Δεν πρόκειται για μία συμπληρωματική παρέμβαση, αλλά για μία δομική μεταβολή, για μετάλλαξη του χαρακτήρα της δημόσιας διοίκησης, αφού θεσμοθετείται οργανωμένα και συστηματικά η ενσωμάτωση ιδιωτών-επαγγελματιών στον σκληρό πυρήνα της διοικητικής λειτουργίας.
Εν προκειμένω, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποιά κριτήρια θα πιστοποιούνται αυτοί οι επαγγελματίες; Ποιά θα είναι τα όρια της αρμοδιότητάς τους; Και κυρίως, ποιος θα εγγυάται το δημόσιο συμφέρον; Μέχρι σήμερα, αυτός ο ρόλος ανήκε στους δημόσιους λειτουργούς. Αυτοί, παρά τις αδυναμίες τους, κινούνται, βάσει κανόνων του δημοσίου δικαίου, με υποχρέωση αμεροληψίας και λογοδοσίας. Όμως με το προτεινόμενο σχήμα, ο ρόλος αυτός αποδυναμώνεται δραστικά. Οι δημόσιοι λειτουργοί μετατρέπονται σε απλούς επικυρωτές εισηγήσεων τρίτων, σε «σφραγιδοφύλακες», χωρίς πραγματική δυνατότητα ελέγχου και χωρίς ουσιαστική ευθύνη
Έτσι αναδεικνύεται μία από τις προβληματικές πτυχές του νομοσχεδίου: η διάχυση της ευθύνης. Όταν η εισήγηση προέρχεται από ιδιώτη και η διοίκηση απλώς την επικυρώνει, ποιός φέρει την ευθύνη για το αποτέλεσμα; Δημιουργείται ένα θολό πεδίο, αφού ουδείς λογοδοτεί ουσιαστικά. Και εν τέλει, ο μόνος που υφίσταται τις συνέπειες είναι ο πολίτης.
Ταυτόχρονα, με το νομοσχέδιο επιβεβαιώνεται μία ακόμη αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής: η αδυναμία υλοποίησης της πολυδιαφημισμένης ψηφιακής διοίκησης. Η διαλειτουργικότητα και η διασύνδεση των μητρώων, προκειμένου να υπάρξει-να αποκατασταθεί η αυτόματη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών, παραμένουν ατελείς. Η κυβέρνηση, αντί να εγκύψει στο πρόβλημα, το παρακάμπτει, μεταφέροντας την ευθύνη στον πολίτη, ο οποίος καλείται να υποβάλλει υπεύθυνες δηλώσεις για στοιχεία που το ίδιο το κράτος όφειλε να αντλεί αυτεπάγγελτα. Αυτό συνιστά ομολογία αποτυχίας.
Εξάλλου, η ανάρτηση εγκυκλίων ήδη εφαρμόζεται, ενώ δεν αντιμετωπίζεται η πραγματική παθογένεια των εγκυκλίων, που συχνά υποκαθιστούν το νόμο, αλλοιώνοντας την εφαρμογή του. Σε επίπεδο οργανωτικής λειτουργίας, εισάγονται ρυθμίσεις που παραβιάζουν βασικές αρχές της διοίκησης. Ανατίθενται επιχειρησιακές αρμοδιότητες σε μονάδες που έχουν ελεγκτικό ρόλο, προκαλώντας δυσλειτουργία και σύγχυση.
Σε αυτό το πλαίσιο, στο νομοσχέδιο αποτυπώνεται η μετατόπιση της ευθύνης από τη διοίκηση στους διοικούμενους πολίτες, αφού η διοίκηση δεν ελέγχει εκ των προτέρων τα στοιχεία, αλλά τα επαληθεύει εκ των υστέρων, μετακυλίοντας τον κίνδυνο στους διοικούμενους. Αυτό δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, αυξάνει τις διοικητικές διαφορές και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Συμπερασματικά, η δημόσια διοίκηση δεν είναι ένα σύνολο επιμέρους λειτουργιών που μπορούν να τεμαχιστούν και να ανατεθούν σε τρίτους εκτός αυτής. Είναι ένας θεσμός που εγγυάται τη συνέχεια του κράτους, την ισότητα των πολιτών και την εφαρμογή του νόμου. Ο εκσυγχρονισμός της δεν μπορεί να γίνει με την αποδόμησή της.
Η δημόσια διοίκηση χρειάζεται ενίσχυση, στελέχωση, εκπαίδευση και πραγματική ψηφιακή αναβάθμιση. Χρειάζεται διαφάνεια, λογοδοσία και σαφή κατανομή ευθυνών. Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται, να υπάρχει πολιτική βούληση, ώστε να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες στη ρίζα τους, όχι να παρακαμφθούν.