Γιώργος Παπαηλιού: Ψηφιακό Φακέλωμα με την Υπογραφή της Κυβέρνησης της Ν.Δ.
Η τοποθέτηση του βουλευτή Αρκαδίας στην αρμόδια Επιτροπή και στην Ολομέλεια της Βουλής.
Τα κύρια σημεία της ομιλίας, του Βουλευτή Αρκαδίας, Τομεάρχη Δικαιοσύνης και εισηγητή -ειδικού αγορητή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργου Παπαηλιού επί του Ν/Σ του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις».
Κατά τη διαβούλευση, κατάθεση, επεξεργασία και συζήτηση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, η κυβέρνηση για μία φορά ακόμη δεν σεβάστηκε, παραβίασε τους κανόνες καλής νομοθέτησης.
Ενδεικτική, η πρακτική συσσώρευσης ανόμοιων ρυθμίσεων (σύσταση ενός ενιαίου ψηφιακού μητρώου ποινικών υποθέσεων διαφθοράς μέχρις εκτεταμένες παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οργανωτικές ρυθμίσεις για τη Δικαιοσύνη, σωφρονιστικές μεταβολές και ειδικές προβλέψεις με έντονο θεσμικό αποτύπωμα) σε ένα ενιαίο νομοθέτημα-κείμενο. Και μάλιστα με απίστευτη προχειρότητα, στη λογική του «ράβε-ξήλωνε», αφού τροποποιεί, εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος, ρυθμίσεις που είχαν ψηφιστεί από την ίδια την κυβέρνηση.
Αλλά και η κατάθεση την παραμονή της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής, περί της 11 το βράδυ !!! άσχετης τροπολογίας, με ετερόκλητες ρυθμίσεις άλλων Υπουργείων !!!
Μάλιστα, η αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ενημερώθηκε για το νομοσχέδιο ελάχιστες ημέρες πριν κληθεί να τοποθετηθεί, όπως ανέφερε ο εκπρόσωπός της κατά την ακρόαση των φορέων. Δεν υπήρξε ουσιαστική προπαρασκευαστική συνεργασία, δεν υπήρξε ενσωμάτωση των αναγκαίων εγγυήσεων. Η δε λεγόμενη ανωνυμοποίηση των δεδομένων συνιστά ψευδοανωνυμοποίηση.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς είναι αυτονόητη και διαχρονική υποχρέωση της Πολιτείας.
Βέβαια η κυβέρνηση της ΝΔ «δεν δικαιούται δια να ομιλεί», προβάλλοντας τέτοιου είδους σκοπό, αφού επί των ημερών της, η διαφθορά έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις.
Κάθε «τρεις και λίγο» και ένα σκάνδαλο.
Μήπως με το Μητρώο ρίχνει στάχτη στα μάτια, θέλοντας να δημιουργήσει την ψευδή εντύπωση, ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη διαφθορά και πάντως ότι επιχειρεί να την διαχειριστεί, ελέγχοντας τις σχετικές υποθέσεις, αφού το Μητρώο θα υπάγεται αποκλειστικά στον Υπουργό Δικαιοσύνης που θα το αξιοποιεί κατά το δοκούν (θα το χειραγωγεί).
Και πάντως η διαφθορά δεν καταπολεμάται με μητρώα (καταγραφές σε καταλόγους, καταστάσεις και πλατφόρμες), αλλά με τη θέσπιση και την άσκηση συγκεκριμένων πολιτικών και βέβαια με την ανάδειξη της ηθικής υπόστασης και το παράδειγμα αυτών που τις ασκούν.
Με το Μητρώο παρακάμπτεται το αίτημα-το πρόταγμα να υπάρξουν συνολικά στατιστικά στοιχεία για τη Δικαιοσύνη. Αυτά εξαντλούνται σε άλλη μία αποσπασματική και έντονα αμφιλεγόμενη καταγραφή.
Μάλιστα εν προκειμένω δημιουργείται ένα συγκεντρωτικό σύστημα καταγραφής ποινικών υποθέσεων από το αρχικό στάδιο της διερεύνησής τους (των υποθέσεων) μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή τους. Δηλαδή η καταχώριση προηγείται της κρίσης περί επαρκών ενδείξεων, της απαγγελίας κατηγορίας και της άσκησης δίωξης,
Αυτό εγείρει σοβαρό ζήτημα ως προς το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή της προβλεψιμότητας. Όταν μία υπόθεση εντάσσεται σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα ήδη από το στάδιο της διερεύνησης, δημιουργείται ένα μόνιμο ψηφιακό αποτύπωμα.
Δεν προβλέπεται ούτε ανεξάρτητη εποπτεία από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ούτε η χρονική διάρκεια διατήρησης των στοιχείων στο Μητρώο.
Η διαχείριση και ο επιχειρησιακός έλεγχος ανατίθενται στο Υπουργείο-στον Υπουργό Δικαιοσύνης, δηλαδή στην εκτελεστική εξουσία-στην κυβέρνηση. Όταν αυτή αποκτά αποκλειστική, συγκεντρωτική πρόσβαση και ρυθμιστική αρμοδιότητα επί κρίσιμων ποινικών δεδομένων, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι ζήτημα θεσμικής ισορροπίας και σεβασμού της λειτουργικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Η καταγραφή στατιστικών δεδομένων είναι θεμιτή. Όμως, με τον τρόπο που εισάγεται το Μητρώο, η στατιστική παρακολούθηση μετατρέπεται, σε «φακέλωμα» των πολιτών, σε μηχανισμό αξιολόγησης δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, σε εργαλείο διοικητικής πίεσης.
Με τις παρεμβάσεις στον πολύπαθο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που υφίσταται την πολλοστή τροποποίηση επί της διακυβέρνησης της ΝΔ, αναδεικνύεται μια σαφής πολιτική κατεύθυνση των διατάξεων: Αυστηροποίηση, επιτάχυνση (της απονομής της δικαιοσύνης), ενίσχυση εκτελεστότητας (των δικαστικών αποφάσεων), διεύρυνση της ψηφιοποίησης. Όμως, όλα αυτά δεν μπορούν να λειτουργούν ως υπερ-σκοπός που νομιμοποιεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων.
Οι ρυθμίσεις για τα ένδικα μέσα (έφεση, αναίρεση, αναψηλάφηση) για τον προσδιορισμό δικασίμου συγκεκριμένων υποθέσεων εντός ενός έτους διαμορφώνουν ένα πιο αυστηρό και σχεδόν τυπολατρικό πλαίσιο. Με την αυστηροποίηση προθεσμιών και του παραδεκτού, τη δυσχέρεια προβολής πρόσθετων ισχυρισμών, την ενίσχυση τυπικών προϋποθέσεων, προκαλείται κίνδυνος να μετατραπεί η δευτεροβάθμια κρίση σε τυπική επιβεβαίωση αντί ουσιαστικού ελέγχου.
Η έφεση είναι δικλείδα διόρθωσης σφάλματος.
Η αναίρεση είναι εγγύηση ορθής εφαρμογής του δικαίου.
Δεν είναι προνόμια για λίγους.
Είναι πυλώνες του κράτους δικαίου.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι μεταβολές στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η περαιτέρω ενίσχυση της εκτελεστότητας των διαταγών πληρωμής, η επιτάχυνση των διαδικασιών κατάσχεσης, η μη συμμετοχή δικηγόρου και η πλήρης ψηφιοποίηση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, προκαλούν τον κίνδυνο αυτοματοποιημένης εκτέλεσης με περιορισμένη δικαστική εποπτεία.
Σε μια κοινωνία με υψηλό ιδιωτικό χρέος, τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι ουδέτερες. Μεταβάλλουν την ισορροπία μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «ροής υποθέσεων». Κάθε συρρίκνωση προθεσμιών και λόγων ανακοπής, κάθε χαλάρωση κανόνων επίδοσης, αγγίζει τον πυρήνα των δικαιωμάτων ακρόασης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Η αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών είναι θετική. Όμως η αριθμητική ενίσχυση χωρίς γραμματειακή στήριξη, χωρίς υποδομές, χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο, δεν αρκεί. Η επιτάχυνση δεν θα προκύψει μόνον με περισσότερους δικαστές. Θα προκύψει από την ενίσχυση της γραμματειακής υποστήριξης (η πρόσληψη νέων δικαστικών υπαλλήλων είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος) και ουσιαστικό σεβασμό στην ανεξαρτησία του θεσμού της δικαιοσύνης.
Η αναβάθμιση του «Σπιτιού του Παιδιού» κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο θεσμός αυτός θεμελιώθηκε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό την προστασία ανηλίκων θυμάτων εντός περιβάλλοντος αξιοπρέπειας και εξειδίκευσης. Η κυβέρνηση της ΝΔ τον υποβάθμισε, απαξιώνοντάς τον, με συνέπεια σήμερα να λειτουργούν μόλις δύο δομές, θα έλεγα συμβολικά. Χρειάζεται πραγματική στελέχωση και επέκταση
Προβληματική είναι η δυνατότητα απόσπασης δικαστικών υπαλλήλων-ιερωμένων σε Ιερές Μητροπόλεις. Σε μια περίοδο κατά την οποία η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης οφείλεται, μεταξύ των άλλων, στην έλλειψη προσωπικού, πώς δικαιολογείται η μεταφορά ανθρώπινου δυναμικού εκτός του πυρήνα της δικαστικής λειτουργίας; Η οργανική αυτοτέλεια της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δεξαμενή εξυπηρετήσεων.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχουν οι σωφρονιστικές διατάξεις-ρυθμίσεις. Η διεύρυνση του ευεργετικού υπολογισμού της ποινής και η επαναφορά της δυνατότητας μετατροπής του υπολοίπου της ποινής σε κοινωφελή εργασία – είχε καταργηθεί από την κυβέρνηση της ΝΔ το 2022 – κινούνται προς θετική κατεύθυνση, αυτήν της αποσυμφόρησης των φυλακών, οι οποίες είναι ήδη υπερπλήρεις.
Η κυβέρνηση δεν τολμά να χαρακτηρίσει αυτά τα μέτρα, μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών, τα χαρακτηρίζει μέτρα επανένταξης, παρότι η επανένταξη και χρονικά και ουσιαστικά έπεται της αποσυμφόρησης.
Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αντίφαση. Η ίδια η κυβέρνηση, που ανέπτυξε και εξακολουθεί να αναπτύσσει ρητορική ποινικού λαϊκισμού, κατακεραυνώνοντας το νέο Ποινικό Κώδικα και το «νόμο Παρασκευόπουλου» – ακόμη και μετά τη λήξη της ισχύος του !!! «δια πάσαν νόσον» ευθύνεται αυτός – και που επένδυσε πολιτικά στην αυστηροποίηση των ποινών, σήμερα αναγκάζεται να λάβει μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών λόγω του εκρηκτικού υπερπληθυσμού τους (χωρίς να ομολογείται ευθέως) και του τρόπου διαχείρισής τους.
«Το χάλι» της κατάστασης των φυλακών αποτυπώνεται στις πρόσφατες δύο δολοφονίες εντός φυλακών.
Οποία υποκρισία!
Τα μέτρα αυτά κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτουν ότι η ποινική πολιτική δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στο φόβο, στην επικοινωνία και εν τέλει στο ψέμα. Χρειάζεται συνοχή, πρόληψη, εναλλακτικές ποινές, κοινωνική επανένταξη.
Ο «Συνήγορος του Πολίτη», που η κυβερνώσα πλειοψηφία αρνήθηκε να καλέσει κατά την ακρόαση των φορέων, αναφέρει, ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να συμβάλουν στην αποσυμφόρηση των φυλακών που σήμερα είναι υπερφορτωμένες και στην ενίσχυση της αναλογικότητας ως προς την εκτέλεση των ποινών. Αλλά ακόμη και στην προκειμένη περίπτωση, αποκαλύπτεται η αντίφαση:
Αυστηροποιείται το ποινικό πλαίσιο και στη συνέχεια εισάγονται διορθωτικές ρυθμίσεις για να μετριαστούν οι συνέπειες της ίδιας της αυστηροποίησης.
Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο αυτό δεν συγκροτεί μια ενιαία, συνεκτική μεταρρύθμιση. Συγκεντρώνει διάσπαρτες παρεμβάσεις, οι περισσότερες βαθιά προβληματικές και κάποιες μερικά θετικές,.
Διαμορφώνει μια γενική τάση ενίσχυσης της ταχύτητας και της εκτελεστότητας εις βάρος των εγγυήσεων και των δικαιωμάτων όσων χρειάζονται προστασία-των ευάλωτων. Ενισχύει τον ρόλο-την παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας σε ευαίσθητα πεδία της δικαστικής λειτουργίας. Μεταφέρει ουσιώδη ζητήματα σε κανονιστικές πράξεις, περιορίζοντας τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει:
Θέλουμε μία Δικαιοσύνη ταχύτερη αλλά πιο περιορισμένη ως προς τις εγγυήσεις; Ή θέλουμε μία Δικαιοσύνη αποτελεσματική, αλλά ταυτόχρονα βαθιά δημοκρατική, με πλήρη σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών και στα δικαιώματα;
Η ταχύτητα είναι διοικητική αξία.
Η Δικαιοσύνη συνιστά συνταγματική εγγύηση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία θα στηρίξει τις ρυθμίσεις που ενισχύουν ουσιαστικά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την προστασία των δικαιωμάτων.
Όμως δεν μπορεί να συναινέσει σε μια συνολική λογική που αντιμετωπίζει τους Κώδικες ως πεδίο διαρκών αποσπασματικών παρεμβάσεων, τη δικαστική λειτουργία ως αντικείμενο διοικητικής διαχείρισης και τη Δικαιοσύνη ως θεραπαινίδα της κυβερνητικής πολιτικής.